Δευτέρα, 2 Νοεμβρίου 2009

Δημήτρης Λουκόπουλος (1874 - 1943) Λαογράφος



Ο Δημήτρης Λουκόπουλος γεννήθηκε στη Αρτοτίνα Δωρίδας, στις 30 Αυγούστου 1874, εκεί έζησε τα πρώτα παιδικά του χρόνια κι' έμαθε και τα πρώτα γράμματα. Ήταν το πρώτο, απ' τα εφτά παιδιά, του Αρτοτινού εμποροκτηματία Νικολάκη Λουκόπουλου και της Φροσύνης, το γένος Κότταρη απ' το Δάφνο, την παλιά Βοστινίτσα.

Αφού συμπλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στα Σάλωνα (Άμφισσα), γράφτηκε το 1889 , σε ηλικία δέκα πέντε χρονών στο Διδασκαλείο της Αθήνας. Στα 1892 βγήκε δάσκαλος και διορίστηκε στη Σαλαμίνα, την ίδια δε χρονιά, πήρε μετάθεση γιά το Θέρμο (Κεφαλόβρυσο) Τριχωνίδας όπου και υπηρέτησε γιά 33 χρόνια μέχρι το 1925, με μιά ενδιάμεση διακοπή ενός χρόνου που υπηρέτησε στα Γρεβενά σαν Επιθεωρητής Δημοτικών Σχολείων. Παντρεύτηκε τη Μαρία Βασιλοπούλου κι' απόκτησαν τέσσερα παιδιά.

Η μακρά διαμονή του στο Θέρμο σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το πλούσιο λαογραφικό του έργο το έγραψε στο Θέρμο στην ευρύτερη περιοχή του οποίου πραγματοποίησε τις μελέτες και έρευνές του, τον πολιτογραφούν Αιτωλό. Στο Θέρμο έγραψε τα έργα του: "Στα βουνά του Κατσαντώνη", "Στ Αγραφα", "Γεωργικά της Ρούμελης", "Ποιμενικά της Ρούμελης", "Πως υφαίνουν και ντύνονται οι Αιτωλοί" κλπ
Το 1925 αποσπάσθηκε στο Ιστορικό Λεξικό και πήγε στην Αθήνα, ένα χρόνο αργότερα τοποθετήθηκε στο Λαογραφικό Αρχείο και στα 1930 στο Μουσικό Λαογραφικό Αρχείο, μέχρι το θάνατό του, ήταν Γραμματέας της Λαογραφικής Εταιρίας.
Το Μάη του 1943 αρρώστησε ξαφνικά και στις 30 Ιουνίου 1943 πέθανε σε ηλικία 69 χρονών.

Οι κάτοικοι του Θέρμου και οι Αρτοτινοί, άντρες και γυναίκες, θυμούνται με αγάπη και συγκίνηση τον "Λουκοδάσκαλο", τον καταδεκτικό, ευγενικό, απλό, καλοσυνάτο χωριανό τους, τον ακαταπόνητο στρατοκόπο και φυσιολάτρη, χωμένο μέσα στα βιβλία και τα χαρτιά του η να κουβεντιάζει και ν' ακούει τις ιστορίες και τα παλιά τραγούδια των ηλικιωμένων χωριανών , κι΄ όπου γάμος, πανηγύρι κι' "αρρεβωνιάσματα», "προζύμια", "γικώματα " κι' όπου "μετζί" και " ζυγιαφέτι ¨να ξεψαχνίζει τους γεροντότερους γιά παλιά έθιμα , γιά παραδόσεις , προλήψεις , γνωμικά , παροιμίες και γιά όλες τις εκδηλώσεις της " τσοπάνικης " και " γεωργικής " ζωής .

Ξεσήκωνε τα μοιρολόγια, απ' τις χαροκαμένες μανάδες, γυναίκες κι' αδερφές, κι' όπου πετύχαινε οργανοπαίχτη καλό και τραγουδιστή, καθόταν κι' έγραφε τους "νηχούς " και τα "λόγια " απ' τ' αθάνατα δημοτικά μας τραγούδια. Όπως γράφει ό Δημήτρης Σταμέλος: "Πλούσια λογοτεχνικά στοιχεία, ιδίως στα ταξιδιωτικά του κείμενα, έχει τό έργο τοϋ Δημήτρη Λουκόπουλου. Ή γλαφυρή και παραστατική περιγραφή του, ή κοφτή και αδρή φράση του, οι ποικίλες χρωματικές εναλλαγές του λόγου, πού συγκλίνουν όλες σέ μια πηγή, στην ομορφιά του λαϊκού λόγου, με κείνο τον δη­μιουργικό χυμό του, δίνουν περίσσια ομορφιά στά κείμενά του. Ή άνεση της περιγραφής του, οι λυρικές του παρενθέσεις, ή διοχέ­τευση ηρωικού στοιχείου στο κείμενο, ή καθαρότητα της γλωσσικής του ιδιομορφίας, συνθέτουν μιαν αρμονία συνόλου πού ενθουσιάζει και συγκινεί".

Ως ισχυρός υπέρμαχος του παραδοσιακού τραγουδιού αγωνιά για την πορεία του και έτσι το 1938 στέλνει μια επιστολή στην κα. Μέλπω Μερλιέ, υπεύθυνη του Μουσικού Λαογραφικού Αρχείου, με αφορμή μια ηχογράφηση που δεν περιελάμβανε τραγούδια της δυτικής ρούμελης, παρακαλώντας την να φροντίσει ώστε να κάνει το Μουσικό Λαογραφικό Αρχείο «κείνο που ως τώρα παρέλειψε», δηλαδή να ασχοληθεί έστω και εκ των υστέρων και με τη δυτική Ρούμελη. Οι διαπιστώσεις του Λουκόπουλου για τη δεινή θέση στην οποία βρισκόταν το 1938 το δυτικορουμελιώτικο τραγούδι κι ο χορός είναι περιληπτικά οι εξής:
1) Οι άνθρωποι στο Θέρμο έχουν πάψει να τραγουδούν δημοτικά τραγούδια κι ότι «αν κανείς νέος θελήσει να τραγουδήσει, θα πη [κάποιο] μοντέρνο σαχλό τραγουδάκι που έχει ακουσμένο από γραμμόφωνο ή ραδιόφωνο».
2) Ότι σ’ ένα γάμο είδε τα κορίτσια να χορεύουν «ακολουθώντας τον ήχο ενός φωνογράφου», χωρίς να λένε τα «χορευτικά τραγούδια που άλλοτε τραγουδούσαν».
3) Ότι στο ετήσιο εμπορικό πανηγύρι των αρχών Σεπτεμβρίου, ενώ «άλλοτε (…) άκουγες τα ωραιότερα και περισσότερα κλέφτικα ιδίως τραγούδια, είτε στα καφενεία από κουμπανίες οργανοπαιχτών, είτε στα μαγαζιά από τραγουδιστάδες, τώρα δεν ακούς τίποτα απ’ αυτά, [γιατί] κυριαρχεί ο φωνογράφος και το ραδιόφωνο».
4) Ότι η ίδια κατάσταση επικρατεί στη Χρυσοβίτσα στο πανηγύρι της Μεταμορφώσεως (6 Αυγούστου) καθώς και στο μεγαλύτερο θρησκευτικό πανηγύρι της δυτικής Ρούμελης που γίνεται στις 23 Αυγούστου στον Προυσό της Ευρυτανίας.
5) Ότι η κατάσταση στο χορό δεν είναι καλλίτερη. «Παντού», γράφει, «όπου κι αν πας σήμερα είναι αδύνατο ν’ αναγνωρίσεις τους χορούς τσάμικο, απολυτό, συρτό, καλαματιανό κτλ. Όλοι έχουν συμπτυχθή σ’ ένα συρτόν πηδηχτό χορό και τίποτε άλλο».

ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΛΟΥΚΟΠΟΥΛΟΥ
"Ποιμενικά της Ρούμελης", (Εκδόσεις Ι. Ν. ΣΙΔΕΡΗ, Αθήνα 1927)
"Πως υφαίνουν & ντύνονται οι Αιτωλοί", (Εκδόσεις Ι. Ν. ΣΙΔΕΡΗ, Αθήνα 1927)
"Αιτωλικαί οικήσεις σκεύη και τροφαί", (Εκδ. Π. Δ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ, Αθήνα 1925)
"Ένα ταξίδι στ' Άγραφα" (Εκδόσεις Ι.Ν. ΣΙΔΕΡΗ, Αθήνα 1940)
"Ποια παιγνίδια παίζουν τα Ελληνόπουλα" (Εκδόσεις ΑΘΗΝΑ, 1926)
"Στα βουνά του Κατσαντώνη", (Εκδόσεις Ι. Ν. ΣΙΔΕΡΗ, Αθήνα 1932)
"Γεωργικά της Ρούμελης", (Εκδόσεις ΔΩΔΩΝΗ, Αθήνα - Γιάννινα 1983)

Το λαογραφικό του έργο αποτελεί σπάνια κληρονομιά για την ευρύτερη περιοχή της ορεινής Ναυπακτίας και από τις ελάχιστες αξιόπιστες πηγές που περιγράφουν τα ήθη, τα έθιμα, τις συνήθειες και την καθημερινή ζωή της περιοχής περίπου έναν αιώνα πριν.

Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2009

Μέλπω Μερλιέ (1889 - 1979) Μουσικολόγος και Λαογράφος


Η Μέλπω Λογοθέτη γνωστή περισσότερο με το όνομα του συζύγου της ως Μέλπω Μερλιέ, σημαντική μουσικολόγος και λαογράφος ήταν η ιδρύτρια του συλλόγου Μουσικά Αρχεία της Παράδοσης -νυν Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών. Στόχος της υπήρξε η καταγραφή και η φωνογράφηση παραδοσιακής μουσικής και μαρτυριών του μικρασιατικού ελληνισμού, αλλά και ερευνητικό κέντρο, το οποίο με την πάροδο του χρόνου ανήγαγε τη μικρασιολογία σε έγκυρο αντικείμενο των ιστορικών σπουδών.

Η Μέλπω Μερλιέ γεννήθηκε στην Ξάνθη το 1889. Μεγάλωσε στην Κωνσταντινούπολη και πατέρας της ήταν ο Έλληνας ιατρός Μιλτιάδης Λογοθέτης. Προσανατολισμένη στη μουσικολογία αλλά και πιανίστρια η ίδια μετέβη στη Σορβόννη όπου παρακολούθησε τα μαθήματα νέων ελληνικών του Υμπέρ Περνό (Hubert Pernot) προετοιμάζοντας παράλληλα τη μουσικολογική διατριβή της για το ελληνικό δημοτικό τραγούδι. Εκεί γνώρισε τον μελλοντικό της σύζυγο Οκτάβιο Μερλιέ (Octave Merlier) με τον παντρεύτηκε το 1923. Το 1925 ήρθαν μαζί στην Ελλάδα για να διαγράψουν μια σημαντική πορεία η Μέλπω ως ερευνήτρια λαογράφος και ο Οκτάβιος ως ιδρυτής και διευθυντής του Γαλλικού Ινστιτούτου

Το καλοκαίρι του 1922, ως Μέλπω Λογοθέτη, επισκέφθηκε τη Ρούμελη για να συλλέξει δημοτικά τραγούδια. Φέρεται ως η πρώτη ελληνίδα που αποτόλμησε επιτόπια έρευνα και πρώτη συστηματική προσπάθεια περισυλλογής του ρουμελιώτικου τραγουδιού [1].

Το 1929, έφτασε στην Ελλάδα ο Περνό και και πρότεινε στη Μέλπω Λογοθέτη-Μερλιέ συνεργασία, προκειμένου να φωνογραφηθεί η παραδοσιακή ελληνική μουσική. Για τον σκοπό αυτόν δημιουργήθηκε ο αρχικός Σύλλογος Δημοτικών Τραγουδιών και υπογράφτηκε η σχετική σύμβαση με το Πανεπιστήμιο Παρισίων.

Το 1930 η Μέλπω Μερλιέ και οι συνεργάτες της φωνογράφησαν 104 τραγούδια του Πόντου, Συγκεγκριμένα, 82 από τον ανατολικό Πόντο (24 από τους Πόντιους του Καυκάσου, 32 από την Περιφέρεια της Τραπεζούντας και 26 από τη Περιφέρεια της Αργυρούπολης) και 22 από τον δυτικό Πόντο (9 από την Κερασούντα, 7 από την Οινόη και 6 από την Ινέπολη). Επίσης το 1930 φωνογράφησε σε δίσκους ένα μεγάλο τμήμα της βυζαντινής μουσικής, με φωνές όπως αυτή του μητροπολίτη Σάμου Ειρηναίου Παπαμιχαήλ (1878-1963), του Σίμωνα Καρά (1903-1999) με τη νεοσύστατη τότε χορωδία του και δύο ψαλτών από τα Μέγαρα, του Δημήτρη Παπαποστόλη (1869-1933) και του Δημήτρη Καρώνη (1891-1955) [2] τη συλλογή της αντιπροσωπεύονται, εκτός από τους οκτώ ήχους και τα τρία είδη του βυζαντινού μέλους, τα οποία θεωρούσε κυριαρχική παράδοση την οποία όφειλε κανείς να μελετήσει. Σύμφωνα με την άποψή της: «Καλή ή κακή, η παράδοση αυτή κυριαρχεί και σήμερα, κοντά στην τυπωμένη μουσική της εκκλησίας, και πρέπει να μελετηθεί»